ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ 

& ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ – 3ος όροφος,γραφ. 924-Τ.Κ. 11522, 

τηλ. 2106449437- 6944503965 

e-mail: ensyndik@gmail.com 

Ιστοσελίδα: ensindik.gr 

Τηλεπικοινωνίας : 6944503965 

email: a.smirniou@gmail.com 

 Προς την κ.Νίκη Κεραµέως 

 Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης 

  

 Αθήνα,09–09-2025 

 Αριθ.Πρωτ.114 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ 

Αξιότιµη κ. Υπουργέ 

Η Ένωση µας περιλαµβάνει στη δύναµή της όλους τους Συνταξιούχους Δικαστικούς Λειτουργούς,  ήτοι της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, του Συµβουλίου Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Διοικητικής Δικαιοσύνης, τους Λειτουργούς του Ν.Σ.Κ. και τους Δικαιούχους των συντάξεων των αποβιωσάντων Δικαστικών Λειτουργών και Μελών του Ν,Σ.Κ., που είναι κατά κύριο λόγο οι σύζυγοι των αποβιωσάντων µελών µας. 

Σχετικά µε τα εκκρεµούντα ζητήµατα των συντάξεων των µελών µας, έχουµε την τιµή να σας αναφέρουµε τα ΘΕΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ,,  επιφυλασσόµενοι να αναπτύξουµε και συµπληρώσουµε αυτά, αν κριθεί αναγκαίο, ως εξής: 

Α.) Η ΑΜΕΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ 1-4 / 2018, 255-256 / 2021 και 2/2022 του Ειδικού Δικαστηρίου του αρθρου 88 παρ. 2 του Συνταγµατος, των εκτελεστικών αυτών αποφάσεων 1330-1332 /  2023 της Ολοµέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και 889/-890 / 2025 του Γ΄ Τµηµατος του Ελεγκτικου Συνεδριου, ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΥΠΗΣ ΔΙΚΗΣ, 

ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΥΤΕΣ ΕΚΡΙΝΑΝ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΤΙΣ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΕΣ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΕΦ.Κ.Α. ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, ΝΑ ΠΡΟΒΟΥΝ ΣΕ ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ, ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, ΠΟΥ ΙΣΧΥΕ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Ν. 4093/2012 ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΣΧΥΟΝΤΟΣ Ν. 4387/2016, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 120 ΤΟΥ Ν. 4623/2019 

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ 

Με τις 1-4/2018, 255-256/2021, 2/2022 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου, και τις εκτελεστικές αυτών αποφάσεις της Ολοµέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου 1330-1332 και του τρίτου τµήµατος του Ελεγκτικού Συνεδρίου 889-890/2025, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία της πρότυπης δίκης διαπιστώθηκε … 

1.) ότι…. « επιλύθηκε, εκτός των άλλων, το νοµικό ζήτηµα της συµφωνίας ή µη προς το Σύνταγµα, όσον αφορά τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, των ως άνω διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ. Β υποπαρ. Β.3 του ν. 4093/2012, οι οποίες ελήφθησαν υπόψη και για τον επανυπολογισµό των συντάξεών των δικαστικών λειτουργών, κατά το άρθρο 14 παράγραφοι 1 περ. β και 2 περ. α του ν. 4387/2016, καθώς και των µεταβατικών διατάξεων του άρθρου 13 του νόµου αυτού. 

2.) ότι….« η µηνιαία σύνταξη των συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών διαµορφώθηκε, µε βάση το ν. 4093/2012, σε ποσό υπολειπόµενο των αποδοχών ενεργείας τους κατά ποσοστό ανώτερο του 40%,(στη πράξη υπολείπεται αυτών κατά 65%), συνεπαγόµενη πράγµατι ανατροπή της ως άνω συνταγµατικώς επιβαλλόµενης αναλογίας των συντάξεων και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών » [ βλ. Ειδικό Δικαστήριο άρθρου 88 παρ.2 Συντάγµατος και 1 έως 4/2018]. Η τελευταία αυτή επισήµανση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην απόφαση 255/2021 « έχει ως σκοπό να καταδείξει το µέγεθος της επελθούσας, µε τις επίµαχες διατάξεις, ουσιώδους ανατροπής της σταθερής αυτής αναλογίας και δεν έχει την έννοια ότι σύνταξη δικαστικού λειτουργού ίση µε το 60% των αποδοχών των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών… ευρίσκεται στη συνταγµατικώς επιβαλλόµενη σχέση αναλογίας µε τις εν ενεργεία αποδοχές, δεν αποκλίνει ουσιωδώς από αυτές και εξασφαλίζει στους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς το επίπεδο διαβίωσης που τους εξασφάλιζαν οι αποδοχές που λάµβαναν, ενόψει της θέσης και του βαθµού που κατείχαν κατά το χρόνο αποχώρησής τους από την ενεργό υπηρεσία ….. » [ πρβλ και Ελ Συν Ολοµ. 244/2017, σκέψεις VI.A.3  καιVII.Δ. Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 6.4 του Ευρωπαϊκού Χάρτη για το καθεστώς των δικαστών, ο οποίος εγκρίθηκε στις 8-10 Ιουλίου 2010 στο πλαίσιο του Συµβουλίου της Ευρώπης].,…  

3.) ότι….« δεν προκύπτει ότι ελήφθη πρόνοια για τη διατήρηση της, απαιτούµενης από το Σύνταγµα, σταθερής αναλογίας των συντάξεών τους και των αποδοχών ενεργείας,  συνεκτιµώµενων και των αλλεπάλληλων περικοπών που είχαν ήδη επιβληθεί στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών, κατ’ εφαρµογή των προγενέστερων του ν. 4093/2012 νόµων…»  

4.)….ότι « είναι δεδοµένη η διάρρηξη της σχέσης σταθερής αναλογίας, η οποία επιβάλλεται µε τα άρθρα 26, 87 παρ.1 και 2 και 88 παρ.2 του Συντάγµατος, µεταξύ της σύνταξης και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών. Η ανατροπή της σχέσης αυτής, κρίθηκε ότι,  είχε ήδη επέλθει µε τις περικοπές του άρθρου πρώτου, παρ. Β υποπαρ. Β3, του ν.  4093/2012, επιτάθηκε πλέον κατά πολύ µε την εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου 13 ( θέσπιση ανώτατου ορίου 2000 ευρώ στις ακαθάριστες – µικτές – µηνιαίες συντάξεις) και επιτείνεται µε την εφαρµογή από 1.1.2019 και µετά, για τον επανυπολογισµό των καταβαλλόµενων συντάξεων, των ποσοστών αναπλήρωσης και του συντάξιµου µισθού που θεσπίζονται µε το άρθρα 8 και 14 του ν.  4387/2016 » [πρβλ. και ΣτΕ Ολοµ. 1891/2019, σκέψη 30], καθώς και µε τον περιορισµό του ύψους (πλαφόν) της σύνταξης των δικαστικών λειτουργών, κατ΄ εφαρµογή του άρθρου 120 του ν.  4623/2019 ( βλ.τις αποφάσεις 1 έως 4/2018, σκέψεις 19 και 20, και 255/2021, σκέψεις 11 και 14) και 

5.) ….Οι διατάξεις του ν. 4387/2016 δεν µπορούν να εφαρµοστούν, ως ανίσχυρες και το Δικαστήριο άγεται στην κρίση το µεν ότι εφαρµοστέες, για τον κανονισµό της σύνταξης των δικαστικών λειτουρργών, είναι οι προϊσχύσασες αυτών διατάξεις, το δε ότι το καταβλητέο στον συνταξιούχο δικαστικό λειτουργό ποσό της σύνταξής του υπόκειται σε εκείνες µόνον τις περικοπές και κρατήσεις που, σύµφωνα µε όσα έχουν γίνει δεκτά από το ειδικό κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγµατος Δικαστήριο και το Ελεγκτικό Συνέδριο, δεν αντίκεινται σε υπερνοµοθετικής ισχύος κανόνες ενώ η προσωπική διαφορά υπό τους όρους που καταβάλλεται ( βλ. Άρθρο 6 παρ. 1 εδ. γ του ν.4387/2016), σε κάθε περίπτωση διαµορφώνει το καταβαλλόµενο ποσό σύνταξης σε ύψος χαµηλότερο από εκείνο στο οποίο ανερχόταν η σύνταξη του Δηµοσίου στις 31-12-2014, για τον καθορισµό του οποίου λαµβάνεται υπόψη η κριθείσα ως αντισυνταγµατική, αναφορικά µε τους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς , µείωση του άρθρου πρώτου παρ. Β υποπαρ. Β3 του ν. 4093/2012 ( βλ. Ειδ.Δικ. 255/2021 και 256/2021) 

6.) Κατόπιν αυτών, κρίθηκε, περαιτέρω µε τις αποφάσεις αυτές, ότι οι διατάξεις των άρθρων πρώτου παρ. Β υποπαρ. Β3 του ν. 4093/2012, 8 και 14 του ν. 4387/2016 αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγµατος και στις εξειδικεύουσες αυτές, ως προς τη δικαστική λειτουργία,  διατάξεις των άρθρων 87 παρ.1 και 88 παρ.2 του Συντάγµατος, « δεν µπορούν να εφαρµοστούν, ως ανίσχυρες, για τον προσδιορισµό των συντάξεών µας και είναι εφαρµοστέες προς τούτο οι προϊσχύουσες αυτών διατάξεις». Τέλος, κρίθηκε ότι και οι διατάξεις του άρθρου 120 του ν.4623/2019 δεν είναι συµβατές µε τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγµατος, « δεν µπορούν και αυτές, εξ αυτού του λόγου, να εφαρµοστούν για τον προσδιορισµό της σύνταξής µας (βλ.  Ειδ.Δικ.1-4/2018 και 255/2021) 

7.) Ο συνταγµατικός νοµοθέτης, ειδικώς για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας,  αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστικούς λειτουργούς που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης µε την ανεξαρτησία αυτών. Η συνταγµατική αυτή προστασία, η οποία αναφέρεται στους εν ενεργεία δικαστικούς λειτουργούς, διασφαλίζει µεταξύ άλλων, το συνταξιοδοτικό τους καθεστώς, διότι και αυτό αποτελεί εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής τους ανεξαρτησίας . Η διαµορφωτική, συνεπώς, παρέµβαση του κοινού νοµοθέτη στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των δικαστικών λειτουργών τελεί υπό τους περιορισµούς των ειδικών διατάξεων των άρθρων 26, 87 παρ. 1  και 2 και 88 παρ. 2 του Συντάγµατος. 

Οι διατάξεις αυτές επιτάσσουν οι χορηγούµενες στους δικαστικούς λειτουργούς συντάξεις να εξακολουθούν να εξασφαλίζουν σε αυτούς επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογο µε το κύρος του λειτουργήµατός τους, την ευθύνη της άσκησής του και τη σηµασία αυτού για την πραγµάτωση του κράτους δικαίου, καθώς και µε το επίπεδο διαβίωσης, που τους εξασφάλιζαν οι αποδοχές που λάµβαναν ενόψει της θέσεως και του βαθµού που κατείχαν κατά τον χρόνο αποχωρήσεως από την ενεργό υπηρεσία. Πρέπει,  εποµένως, µε τα καταβαλλόµενα στους δικαστικούς λειτουργούς ποσά συντάξεων, να διατηρείται η απαιτούµενη σταθερή αναλογία µεταξύ των συντάξεων αυτών και των, σύµφωνα µε το Σύνταγµα,  καθοριζόµενων αποδοχών ενέργειας των δικαστικών λειτουργών, όπως αυτές προκύπτουν µετά τις κρατήσεις και τις µειώσεις, καθώς και µετά τη φορολόγηση τους. 

8.) Οι αποφάσεις του Ειδικού αυτού Δικαστηρίου, σύµφωνα προς την αρχή του κράτους δικαίου,, τα άρθρα 20 παρ.1 , 26, 95 παρ. 5 του Συντάγµατος και τα άρθρα 6 παρ. 1 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης για την προστασία των δικαιωµάτων του ανθρώπου και των θεµελιωδών ελευθεριών ( ΕΣΔΑ),  παράγουν άµεσα τα αποτελέσµατα τους, ώστε η παρεχόµενη δικαστική προστασία να είναι πλήρης και αποτελεσµατική. Δεσµεύουν, ως προς τα κριθέντα και τα επιλυθέντα νοµικά ζητήµατα, τα όργανα τόσο της εκτελεστικής ( στην υπό κρίση περίπτωση αυτά του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης), όσο και της νοµοθετικής λειτουργίας, τα οποία υποχρεούνται, εντός εύλογου χρόνου, να συµµορφώνονται και να λαµβάνουν όλα τα απαιτούµενα για το σκοπό αυτό µέτρα. Επίσης, δεσµεύουν, ως προς τα κριθέντα και επιλυθέντα νοµικά ζητήµατα και το Δικαστήριο της παραποµπής, στην προκείµενη περίπτωση το Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο υποχρεούται, σύµφωνα µε τα άρθρο 8 του ν.3038/2002 και 5 παρ. 1 του ν. 4700/2020 να συµµορφώνεται µε το περιεχόµενό τους. Εποµένως, τόσο η απορρέουσα, από τις αποφάσεις του Ειδικού αυτού Δικαστηρίου, δεσµευτικότητα ( άρθρο 8 ν. 3038/2002 ), όσο και η υποχρέωση συµµόρφωσης του Δηµοσίου, στο οποίο εντάσσεται ο << e-ΕΦΚΑ >>, προς το περιεχόµενό τους ( άρθρα 1 και επ..  ν.3068/2002), εκτείνονται και σε χρονικό διάστηµα µεταγενέστερο εκείνου που καλύπτεται µε τις δικαστικές αποφάσεις. Και τούτο, διότι αυτές ( δεσµευτικότητα και συµµόρφωση ) απορρέουν από την ίδια έννοµη σχέση και στηρίζονται στην ίδια νοµική βάση (βλ. Ελ. Συν. Ολοµ. 1330-1332/2023) 

Εποµένως , µε δεδοµένο ότι οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι αµετάκλητες και δεν υπόκεινται σε έλεγχο άλλου Δικαστηρίου καθώς και ότι τα νοµικά ζητήµατα τα οποία επιλύονται αφορούν όλους τους δικαστικούς λειτουεγούς (εν ενεργεία και συνταξιούχους) ισχύουν erga omnes και δεσµεύουν ως προς τα κριθέντα µε αυτές και τα όργανα της Διοίκησης ( στην υπό κρίση περίπτωση αυτά του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης), όπως εκτίθεται ανωτέρω και το Ελεγκτικό Συνέδριο όταν αυτό αποφαίνεται επί ενδίκων µέσων που έχουν ασκήσει ενώπιόν του συνταξιούχοι δικαστικοι λειτουργοί ( πρβλ.  

και Αποφάσεις Ειδικού Δικαστηρίου άρθρου 88 παρ. 2 τουΣυντάγµατος 127/2015, 83/2013, 154/2011 κ.α.).  οφείλει το Υπουργείο σας, µε βάση τα ανωτέρω κριθέντα από το Ειδικό Δικαστήριο να προβεί, σε εφαρµογή των ανωτέρω αποφάσεων, µε νοµοθετική ρύθµιση, που θα αναφέρεται σε όλους του συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς (είτε έχουν ασκήσει <Αγωγές και Εφέσεις > για τα ανωτέρω ζητήµατα που επελύθησαν από το Ειδικό Δικαστήριο είτε όχι) µε ψήφιση σχετικού νόµου, που θα αναπροσαρµόσει επανακαθορίσει τις συντάξεις µας, όπως έχει γίνει και στο παρελθόν, µε την ψήφιση του ν. 4270/2014 (ΦΕΚ 143Α-βλ.άρθρο 181 παρ.1,περ.α΄- µετά την κήρυξη ως αντισυνταγµατικής και µη εφαρµοστέας της διάταξης του ν. 4093/2012 άρθρο πρώτο, παρ. Γ, υποπαρ.Γ1, µε την απόφαση του ΕΙΔ.ΔΙΚ.83/2013 ) και να υποχρεωυεί ο e- Ε.Φ.Κ.Α. α) ως προς τους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι συνταξιοδοτήθηκαν προ της εφαρµογής του ν.4387/2016, αφού αναβιώσουν οι συνταξιοδοτικές αυτών πράξεις, ως αυτόθροη συνέπεια των ανωτέρω αποφάσεων, να προβεί στη συνέχεια στο συνολικό προσδιορισµό (κανονισµός και εκτέλεση)  

της σύνταξης των ως άνω δικαστικών λειτουργών σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις ανωτέρω αποφάσεις β) ως προς τπυ συνταξιοδοτηθέντες δικαστικούς λειτουργούς, µετά την ισχύ του ν. 4387/2016 να εκδώσει νέες συνταξιοδοτικές πράξεις, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ασφαλιστικού συστήµατος που ίσχυε πριν την εφαρµογή του ν. 4387/2016, ως ανωτέρω και να επανακανονίσει και καταβάλλει τη σύνταξη των ως άνω δικαστικών λειτουργών κατά τα ειδικότερα εκτιθέµενα στις ως άνω αποφάσεις (βλ. Ελ. Συν. Ολοµ.  1330-1332/2023 και Ελ.Συν.3ο ΤΜ. 889-890/2025) 

Β. Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΑΛΛΩΣ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ, ΜΕ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΟΥΝ ΚΛΙΜΑΚΩΤΗ ΕΑΣ ΜΕΤ’ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ 1400 Ε,ΕΠΊ ΤΩΝ ΟΠΟΊΩΝ ΔΕΝ ΕΠΙΒΆΛΛΕΤΑΙ ΕΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΟΜΙΜΟ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΠΟΜΕΝΟΝΤΟΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ ΠΟΣΟΥ, ΜΕ ΤΑ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΚΛΙΜΑΚΩΤΑ ΠΟΣΟΣΤΑ 

Η Εισφορά αλληλεγγύης Συνταξιούχων ( ΕΑΣ ), µε τις διατάξεις των άρθρων 38 του ν. 3863/2010  ( Α¨115) , 11 του ν. 3865/2010 ( Α΄120 ) και συνακόλουθα των άρθρων 44 παρ. 10 του ν.3986/201  ( Α΄152 ) , 2 παρ. 13 του ν. 44002/2011 ( Α΄180 )και άρθρο 14 του ν.5162/2024 (Α 198), επιβάλλεται και υπολογίζεται εξ αρχής επί των συντάξιµων αποδοχών που υπερβαίνουν το ποσό των 1.400 ευρώ µηνιαίως,  πριν δηλαδή από τις κρατήσεις και τις µειώσεις και µάλιστα µε το συντελεστή του τελευταίου κλιµακίου,  στο οποίο συµβαίνει να εµπίπτουν, ενώ απαλλάσσονται και, ως εκ τούτου, δεν επιβαρύνονται µόνο αυτές, οι οποίες δεν υπερβαίνουν τα 1. 400 ευρώ, επίσης, µηνιαίως, πράγµα που καθιστά έτι προφανέστερο τον ασύµµετρο και ισοπεδωτικό της χαρακτήρα. 

Η ρύθµιση αυτή περί ΕΑΣ δεν εµφανίζει µόνο λεπτοµερειακό πρόβληµα στα όρια των εισοδηµατικών κλιµακίων. Το πρόβληµα αυτό είναι απλώς το σύµπτωµα της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, που γίνεται πρόδηλα εµφανής και έντονα συνειδητή ακριβώς στα όρια των κλιµακίων αυτών, διότι, εκεί ο συσχετισµός του αποτελέσµατος καθιστά προφανή την αντισυνταγµατικότητα αυτών (των ρυθµίσεων). Άλλωστε, αυτόµατα, ως στοιχειώδης σκέψη επιβαλλόµενη από την αρχή της αναλογικότητας, ο φόρος εισοδήµατος ρυθµίστηκε (άρθρο 9  ν.2238/1994) και συνεχίζει να ρυθµίζεται (άρθρο 15 ν. 4172/2013), κατά κλιµάκια µε προοδευτικό φορολογικό συντελεστή, που εφαρµόζεται σε καθένα από αυτά. Επίσης, ο φόρος κληρονολιών,  δωρεών και γονικών παροχών ( άρθρο 29 ν. 2961/2001), ο φόρος ακίνητης περιουσίας (άρθρο 36 ν.  3842/2010 ) ο ενιαίος φόρος ιδιοκτησίας ακινήτων ( άρθρα 4 και 5 ν. 4223/2013 ) ακολουθούν την ίδια µορφή κλιµάκωσης µε τον φόρο εισοδήµατος. Η θεµελιώδης δηλαδή φορολόγηση του εισοδήµατος και της περιουσίας ακολουθεί την ίδια ακριβώς λογική των κλιµακίων, ως αυτονόητη συνέπεια εφαρµογής των αρχών της αναλογικότητας και ισότητας των πολιτών, αντίθετα µε τη ρύθµιση των στην προκείµενη περίπτωση, διατάξεων για την Ε.Α.Σ. Δεν είναι, όµως, δυνατόν και οι δύο αυτές µορφές (κατά κλιµάκια ή εφ’ ολοκλήρου του αντικειµένου της) να είναι σωρευτικά συµβατές µε τις ανωτέρω αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας. Η µεταξύ τους διάζευξη είναι αναγκαίως αποκλειστική. Η διάσπαση της αναλογικότητας συνεπάγεται και την κατάλυσή της, διότι η αποδοχή του ανωτέρω δυαδισµού είναι απλώς η αρχή της φορολογικής αναρχίας, αφού επιτρέπει την επινόηση, απεριορίστως, και κάθε άλλου περαιτέρω φορολογικού συστήµατος. Η φορολογική,  δηλαδή, πειθαρχία, που επιβάλλουν οι αρχές της αναλογικότητας και ισότητας των πολιτών ενώπιον των δηµόσιων βαρών, παραχωρεί πλέον τη θέση της στην ανέλεγκτη επινοητικότητα του νοµοθέτη.  Οπωσδήποτε, πάντως, αναλογικότητα στα δηµόσια βάρη σηµαίνει λογικά ενιαίο, είτε φορολογικό είτε οποιοδήποτε άλλο, σύστηµα και όχι πολλαπλά συστήµατα. Και µόνο το γεγονός ότι ο ίδιος ο νοµοθέτης αναγκάζεται να προβλέψει ότι η αφαίρεση από το επόµενο κλιµάκιο δεν συνεπάγεται µικρότερο εισόδηµα από εκείνο του προηγούµενου κλιµακίου, είναι αρκετό να καταδείξει ότι το σύµπτωµα δεν θα υπήρχε, όπως δεν υπάρχει και στα κλιµακωτά συστήµατα του φόρου εισοδήµατος ή περιουσίας, αν δεν υπήρχε το βασικό πρόβληµα από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Με εξαίρεση, όµως, το πρώτο εισοδηµατικό κλιµάκιο, ο νοµοθέτης της Ε.Α.Σ.  παράλειψε τη θεραπεία και αυτού ακόµη του συµπτώµατος.  

Εποµένως, η ισοπέδωση, στην οποία καταλήγει η ρύθµιση της ΕΑΣ, µε τον ακραία χασµατικό τρόπο που εµφανίζονται αφενός από την πλευρά της βίαιης ανόδου της κλίµακας ασύµµετρα προς την άνοδο του τελικού πραγµατικού εισοδήµατος από σύνταξη και αφετέρου από την πλευρά της επιβάρυνσης που εισάγει όχι κατά κλιµάκια και µε προοδευτικό, επί της διαφοράς, συντελεστή, αλλά επί του όλου ποσού, σε συνδυασµό µε τη µη επιβάρυνση µόνο των συντάξεων που δεν υπερβαίνουν τα 1. 400 ευρώ και όχι όλων, δηλαδή µε την απαλλαγή και αυτών που υπερβαίνουν τα 1. 400 ευρώ,  είναι προδήλως µη συµβατή, µε τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγµατος, και,  ως εκ τούτου ανίσχυρη. 

Σύµφωνα µε τα ανωτέρω εκτιθέµενα, επιβάλλεται όπως το Υπουργείο σας προβεί σε νοµοθετική ρύθιση ΜΕ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΟΥΝ ΚΛΙΜΑΚΩΤΗ ΕΑΣ ΜΕΤ’ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ 1400 Ε, ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΠΟΊΩΝ ΔΕΝ ΕΠΙΒΆΛΛΕΤΑΙ ΕΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΟΜΙΜΟ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΠΟΜΕΝΟΝΤΟΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ ΠΟΣΟΥ, Μ Ε ΤΑ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΚΛΙΜΑΚΩΤΑ ΠΟΣΟΣΤΑ, στις ως άνω διατάξεις. Ειναι άδικο και αντίκειται στην συνταγµατική αρχή της αναλογικότητας να επιβάλλεται η ΕΑΣ σε ολόκληρο το ποσό των ακαθαρίστων συντάξεών µας ήτοι και στο ποσό των 1400 Ευρώ και µάλιστα µε το µεγαλύτερο ποσοστό (14%)που προβλέπεται και το οποίο οι ανωτέρω διατάξεις εξαιρούν για την επιβολή ΕΑΣ 

Γ. Η ΑΜΕΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΠΌΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ 255/2021, Η ΟΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΚΡΙΝΕΙ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑ ΤΗΝ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 120 ΤΟΥ Ν.4623/2019, µε την οποία επέρχεται νέα περικοπή των συντάξεων µε την επιβολή  πλαφόν στο ακαθάριστο ποσό καταβολής των συντάξεων, που αντιστοιχεί στο δωδεκαπλάσιο της εθνικής σύνταξης, προβαινοντας έτσι σε περιορισµό του ύψους της καταβλητέας στους δικαστικούς λειτουργούς σύνταξης. κατ΄ εφαρµογή του ανωτέρω άρθρου 120 του ν. 4623/2019 ( βλ.τις αποφάσεις 1 έως 4/2018, σκέψεις 19 και 20, και 255/2021, σκέψεις 11 και 1 

ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ Η ΑΡΜΟΔΙΑ ΑΡΧΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΤΟΥ Ε.Φ.Κ.Α. ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΕΩΣ ΤΩΡΑ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΕΙ ΤΗΝ ανωτέρω ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ 255/2021 και να σταµατήσει την εφαρµογη της κριθείσας ως άνω αντιζυνταγµατικής διάταξης, ΤΟΥ ΆΡΘΡΟΥ 120  ΤΟΥ Ν.4623/2019, παρά τις οχλήσεις της Ενωσής µας και των βλαπτοµένων συναδέλφων µας, οι οποίοι ασκούν προς τουτο σχετικές αγωγές, µε συνέπεια να επιβαρύνονται µε επιπλέον δαπάνες για την αµοιβη δικηγόρων και να µην εισπράττον ολόκληρη τη µηνιαία σύνταξή τους, η οποία τους είναι απολυτως απαραίτητη για την επιβίωσή τους, το δε Ελληνικό Δηµόσιο και ο e-Ε.Φ.Κ.Α αφενός να επιβαρύνονται µε τόκους και αφετέρου παραβιάζουν κυρίως τις απορρέουσες από το Σύνταγµα ( πρβλ. ΣτΕ Ολ.. 1738/2017) και την Ε.Σ.Δ.Α. αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογηµένης εµπιστοσύνης, από τις οποίες, άλλωστε, δεν απορρέει δικαίωµα στη σταθερότητα της νοµολογίας και µάλιστα όταν οι συνθήκες έχουν µεταβληθεί ( βλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 29.1.2019, Orlen Lietuva Ltd. κατά Λιθουανίας, 45849/13, σκέψη 80) και Ειδ.Δικ. 1-4 / 2018, 255/2021 και 2/202 Ολοµ.Ελ.Συν. 1330-1332 /  2023 και Γ΄Τµ.Ελ.Συν. 889/2025 και 890/2025).. 

Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω , ΤΗΝ Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΑΛΛΩΣ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ, ΜΕ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΟΥΝ ΚΛΙΜΑΚΩΤΗ ΕΑΣ ΜΕΤ’ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ 1400 Ε,ΕΠΊ ΤΩΝ ΟΠΟΊΩΝ ΔΕΝ ΕΠΙΒΆΛΛΕΤΑΙ ΕΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΟΜΙΜΟ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΠΟΜΕΝΟΝΤΟΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ ΠΟΣΟΥ, ΜΕ ΤΑ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΚΛΙΜΑΚΩΤΑ ΠΟΣΟΣΤΑ Δ.. ΕΠΙΣΠΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ (ΠΛΗΡΩΜΗΣ) ΤΩΝ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ των δικαστικών λειτουργών κατά του Ελληνικού Δηµοσίου και του e-Ε.Φ.Κ.Α, οι οποίες εκδόθηκαν, µε βάση τις άνω αποφάσεις, διότι από την κατάθεση των Εφέσεων και Αγωγών αποζηµίωσης συνεπεία των αντισυνταγµατικών διατάξεων, στο αρµόδιο δικαστήριο (Ελεγκτικό Συνέδιο) , µέχρι την εκτέλεση αυτών,  µεσολαβεί χρονικό διάστηµα 10 ετών,περίπου, εις τρόπον ώστε να καταπατείται η αρχή του κράτους και της ασφάλειας δικαίου. και της δικαιολογηµένης εµπιστοσύνης, Ειδικότερα : 

Η µεγάλη καθυστέρηση του προσδιορισµού (5-7 χρόνια) των ανωτέρω Αγωγών και Εφέσεων,των συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών και λειτουργών του ΝΣΚ, καθώς και της δηµοσίευσης των επ’  αυτών αποφάσεων ( 1-2 χρόνια ) αλλά και του ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΠΟΥ ΜΕΣΟΛΑΒΕΙ (5 ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΡΙΠΟΥ), ΑΠΟ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ (ΠΛΗΡΩΜΗ )ΤΩΝ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΜΑΣ, είτε λόγω ασκήσεως αβάσιµων ενδίκων µέσων από τους ως άνω εναγόµενους είτε λόγω επικαλούµενου µειωµένου αριθµού υπαλλήλων του e – Ε Φ Κ Α, που ενεργούν τις πληρωµές, µε αποτέλεσµα να περνούν 10 χρόνια περίπου και αρκετοί συνάδελφοί µας να µη ζουν.ΚΑΙ 

Ε. ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΤΗΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ, ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ e-Ε.Φ.Κ.Α ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙΣΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣ 

Έχει επανειλληµένα παρατηρηθεί, ότι σε περιπτώσεις, που συνταξιούχοι Δικαστικοί Λειτουργοί ή Λειτουργοί του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους έχουν λάβει ποσά σύνταξης, είτε παράνοµα, είτε χωρίς δικαίωµα, και υπόκεινται σε υποχρέωση επιστροφής των αχρεωστήτως ληφθεισών συντάξεων, να γίνεται αυτόµατη παρακράτηση τµήµατος της οφειλής τους από την µηνιαία σύνταξή τους, χωρίς προηγουµένως να έχει κοινοποιηθεί προς αυτούς συστηµένη ενηµερωτική επιστολή, σύµφωνα µε τις σχετικές διατάξεις του Κώδικος Διοικητικής Διαδικασίας, στην οποία θά πρέπει να αναφέρεται ορισµένη προθεσµία, εντός της οποίας ο οφειλέτης θα πρέπει να επιστρέψει εφάπαξ το οφειλόµενο ποσό, ούτε να έχει εκδοθεί µετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσµίας είτε η αναγκαία Διοικητική Πράξη ( Απόφαση Καταλογισµού, στην περίπτωση που το συνολικό επιστρεπτέο ποσό είναι µεγαλύτερο των 15.000,00 ευρώ )  είτε Πράξη Παρακράτησης από τη σύνταξή του ( όταν το επιστρεπτέο ποσό είναι µικρότερο από 15.000,00 ευρώ ), ώστε ο οφειλέτης συνταξιούχος να µπορεί να ενηµερωθςί για την οφειλόµενη απαίτησή του κα ινα ασκήσει, σε περίπτωση διαφωνίας του, κάθε προβλεπόµενο ένδικο βοήθηµα ενώπιον των αρµοδίων δικαστηρίων ή/και αλλων τυχόν δικαιοδοτικών οργάνων, και να αµφισβητήσει την νοµιµότητα του καταλογισµού ή της παρακράτησης.  

Κατόπιν τούτου είναι αίτηµα της Ένωσής µας να δοθεί τέλος στην πρακτική της αυτόµατης παρακράτησης τµήµατος του συνολικά οφειλοµένου ποσού των τυχόν αχρεωστήτως καταβληθεισών συντάξεων από τη µηνιαία σύνταξη του οφειλέτη συνταξιούχου, χωρίς την τήρηση των ανωτέρω προβλεπόµένων στις οικείες διατάξεις προϋποθέσεων. 

Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω 

ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΕΛΛΑΔΟΣ 

ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΤΟΥ ΝΣΚ 

 ΖΗΤΑΜΕ 

Το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης,  

1.) Με βάση τα ανωτέρω κριθέντα από το Ειδικό Δικαστήριο να προβεί, σε εφαρµογή των ανωτέρω αποφάσεων ( 1-4 / 2018, 255-256 / 2021 και 2/2022 του Ειδικού Δικαστηρίου του αρθρου 88 παρ. 2 του Συνταγµατος, των εκτελεστικών αυτών αποφάσεων 1330-1332 / 2023 της Ολοµέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και 889/-890 / 2025 του Γ΄ Τµηµατος του Ελεγκτικου Συνεδριου, ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΑΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΥΠΗΣ ΔΙΚΗΣ), µε νοµοθετική ρύθµιση, που θα αναφέρεται σε όλους του συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς (είτε έχουν ασκήσει <Αγωγές και Εφέσεις > για τα ανωτέρω ζητήµατα που επελύθησαν από το Ειδικό Δικαστήριο είτε όχι) µε ψήφιση σχετικού νόµου, που θα αναπροσαρµόσει-επανακαθορίσει τις συντάξεις µας, όπως έχει γίνει και στο παρελθόν, µε την ψήφιση του ν.  4270/2014 (ΦΕΚ 143Α-βλ.άρθρο 181 παρ.1,περ.α΄- µετά την κήρυξη ως αντισυνταγµατικής και µη εφαρµοστέας της διάταξης του ν. 4093/2012 άρθρο πρώτο, παρ. Γ, υποπαρ.Γ1, µε την απόφαση του ΕΙΔ.ΔΙΚ.83/2013 ) και να υποχρεωυεί ο e- Ε.Φ.Κ.Α.  

α) ως προς τους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι συνταξιοδοτήθηκαν προ της εφαρµογής του ν.4387/2016, αφού αναβιώσουν οι συνταξιοδοτικές αυτών πράξεις, ως αυτόθροη συνέπεια των ανωτέρω αποφάσεων, να προβεί στη συνέχεια στο συνολικό προσδιορισµό (κανονισµός και εκτέλεση) της σύνταξης των ως άνω δικαστικών λειτουργών σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις ανωτέρω αποφάσεις 

β) ως προς τπυ συνταξιοδοτηθέντες δικαστικούς λειτουργούς, µετά την ισχύ του ν. 4387/2016 να εκδώσει νέες συνταξιοδοτικές πράξεις, σύµφωνα µε τις διατάξεις του ασφαλιστικού συστήµατος που ίσχυε πριν την εφαρµογή του ν. 4387/2016, ως ανωτέρω και να επανακανονίσει και καταβάλλει τη σύνταξη των ως άνω δικαστικών λειτουργών κατά τα ειδικότερα εκτιθέµενα στις ως άνω αποφάσεις (βλ. Ελ. Συν. Ολοµ.  

1330-1332/2023 και Ελ.Συν.3ο ΤΜ. 889-890/2025). 

2.) Να προβεί σε νοµοθετική ρύθιση ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΑΛΛΩΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΑΣ µε τροποποίηση των διατάξεων που επιβάλλουν κλιµακωτή ΕΑΣ, µετ’αφαίρεση των 1400 Ε, επί των οποίων δεν επιβάλλεται ΕΑΣ και τον νόµιµο υπολογισµό του αποµένοντος υπολοίπου ποσού, µε τα αναφερόµενα ειδικότερα κλιµακωτά ποσοστά, στις ως άνω διατάξεις.  

3) ΩΣ ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΝΑ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙ ΤΟΝ Ε.Φ.Κ.Α 

α. ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΣΕΙ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ (ΠΛΗΡΩΜΗ) ΤΩΝ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ 

β. ΝΑ ΥΠΟΧΡΕΩΘΕΙ Ο Ε.Φ.Κ.Α ΣΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΩΝ ΝΟΜΙΜΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ, ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ e-Ε.Φ.Κ.Α ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙΣΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΣΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣ 

4.) ΖΗΤΑΜΕ Ννα οριστεί συνάντηση του ΔΣ της Ενωσης Συνταξιούχων Δικαστικών Λειτουργών Ελλάδος και Λειτουργών του ΝΣΚ µε την Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ. Νίκη Κεραµέως, αν είναι δυνατόν, εντός του µήνα Σεπτεµβρίου 2025, προς συζήτηση και υποβολή των προτάσεων του ΔΣ της Ενωσης, επί των εκκρεµούντων αιτηµάτων µας . 

 Με τιµή 

 Για το Διοικητικό Συµβούλιο

Κατεβάστε το υπόμνημα σε μορφή pdf