Άρθρο του Αριστείδη Πελεκάνου, αρεοπαγίτη, ε.τ.
Η Δικαιοσύνη δεν χρειάζεται μόνον δικαστές καταρτισμένους, έντιμους και εργατικούς. Χρειάζεται, ιδίως στις κρίσιμες στιγμές της, και εύτολμους δικαστές.
Η «δικαιοδοτική ευτολμία» θα μπορούσε να θεωρηθεί μία από τις πλέον απαιτητικές και σπάνιες αρετές της δικαστικής λειτουργίας. Είναι η δύναμη του δικαστή να προχωρεί, χωρίς φόβο και χωρίς προσωπική ιδιοτέλεια, προς την απόφαση που θεωρεί νομικά και δικαιικά ορθή, όταν η ασφαλέστερη επιλογή θα ήταν η προσφυγή στην αδράνεια, στην πεπατημένη ή στην εξωτερική προσδοκία.
Η ευτολμία δεν ταυτίζεται με την τόλμη. Η τόλμη μπορεί να είναι ουδέτερη ή ακόμη και απερίσκεπτη. Το «ευ» της ευτολμίας προσδιορίζει την ποιότητα της τόλμης. Το να τολμά κανείς για το ορθό και με ορθό τρόπο. Για τον δικαστή αυτό σημαίνει ότι η τόλμη του δεν υπηρετεί τον εαυτό του αλλά τον θεσμό. Δεν επιδιώκει την πρωτοτυπία αλλά την ορθή κρίση. Δεν στρέφεται εναντίον του νόμου αλλά αναζητεί μέσα στον νόμο τη δικαιοσύνη.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη δυσχέρεια της δικαστικής ευτολμίας. Ο δικαστής οφείλει να είναι ταυτόχρονα τολμηρός και αυτοπεριοριζόμενος. Να έχει το θάρρος να απομακρυνθεί από μια μηχανική ή παρωχημένη ερμηνεία, αλλά και την αυτοσυγκράτηση να μην υποκαταστήσει τον νομοθέτη. Να αντιστέκεται στην πίεση της κοινής γνώμης, αλλά να μην μετατρέπει την προσωπική του κοσμοαντίληψη σε κανόνα δικαίου. Να τολμά την εξέλιξη, χωρίς να διολισθαίνει στη δικαστική αυθαιρεσία.
Σ’ αυτό το σημείο συναντάται η ευτολμία με την αριστοτελική φρόνηση. Η φρόνηση δεν είναι απλή γνώση κανόνων, αλλά η ικανότητα να κρίνει κανείς τι πρέπει να πράξει μέσα στις συγκεκριμένες περιστάσεις. Ο δικαστής, επομένως, δεν αρκεί να γνωρίζει «τι λέει ο νόμος». Πρέπει να μπορεί να διακρίνει τι απαιτεί η ορθή εφαρμογή του νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Και η αριστοτελική επιείκεια προσθέτει μία ακόμη διάσταση. Ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται την επιείκεια ως διόρθωση του γενικού κανόνα εκεί όπου η καθολικότητά του, εφαρμοζόμενη σε μία ιδιαίτερη περίπτωση, θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα αντίθετο προς το δίκαιο. Η επιείκεια, λοιπόν, απαιτεί δικαστική ευαισθησία αλλά και θάρρος. Χρειάζεται ο δικαστής να αναγνωρίσει ότι η δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στη μηχανική υπαγωγή του πραγματικού στον κανόνα.
Η δικαιοδοτική ευτολμία βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την περιοχή.
Ανάμεσα στο γράμμα και στο πνεύμα, ανάμεσα στην ασφάλεια του κανόνα και στις ιδιαιτερότητες της πραγματικής ζωής, ανάμεσα στην παράδοση και στην ανάγκη εξέλιξης του δικαίου.
Είναι, όμως, εξίσου σημαντικό να προσδιοριστεί πότε η ευτολμία παύει να είναι αρετή. Ο δικαστής που αγνοεί τον νόμο επειδή θεωρεί ότι η προσωπική του αντίληψη περί δικαιοσύνης είναι ανώτερη από αυτόν δεν είναι ευτόλμος, αλλά αυθαίρετος.
Εκείνος που αναζητεί διαρκώς πρωτότυπες λύσεις για να καταστήσει τη δικαστική του απόφαση «σημαντική» δεν είναι εύτολμος, αλλά ενδεχομένως φιλόδοξος. Και εκείνος που φοβάται να αποκλίνει από μία παγιωμένη νομολογία, ακόμη και όταν έχει σοβαρούς νομικούς λόγους να το πράξει, μπορεί να είναι συνετός, αλλά δεν είναι εύτολμος.
Η γνήσια δικαιοδοτική ευτολμία έχει, επομένως, τρία αναγκαία όρια :
Τον νόμο, τη δικανική αιτιολογία και τη θεσμική αυτοσυγκράτηση.
Το πρώτο εξασφαλίζει τη νομιμότητα. Το δεύτερο καθιστά την τόλμη ελέγξιμη και πειστική. Το τρίτο εμποδίζει τη δικαστική λειτουργία να μετατραπεί σε προσωπική εξουσία του δικαστή.
Ίσως γι’ αυτό το αρχαίο αριστοτελικό «εν τώ μέσω η αρετή» να αποτελεί το καταλληλότερο φιλοσοφικό απόφθεγμα για να φωτίσει τη δικαιοδοτική ευτολμία. Η αρετή δεν βρίσκεται ούτε στην υπερβολή ούτε στην έλλειψη. Στην περίπτωση του δικαστή, το ένα άκρο είναι η δειλία της κρίσης και το άλλο η θρασύτητα της κρίσης. Μεταξύ τους βρίσκεται η ευτολμία, το θάρρος που δεν φοβάται, αλλά ούτε και αυθαιρετεί.
Υπάρχει, τέλος, μία ακόμη διάσταση που στις ημέρες μας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο σύγχρονος δικαστής λειτουργεί σε περιβάλλον έντονης δημοσιότητας, κοινωνικών δικτύων, ταχύτατης διάδοσης απόψεων και συχνά επιθετικής δημόσιας κριτικής. Η δικαιοδοτική ευτολμία σημαίνει τότε και αντοχή στη δημοφιλία. Ο δικαστής δεν καλείται να αποφασίσει εκείνο που θα γίνει ευκολότερα αποδεκτό, αλλά εκείνο που μπορεί να υποστηρίξει με τη δύναμη του δικαίου και της αιτιολογίας.,
Η πραγματική δοκιμασία του δικαστή δεν είναι να αποφασίσει όταν όλοι συμφωνούν μαζί του. Είναι να αποφασίσει όταν η δικανική του συνείδηση, ο νόμος και η αιτιολογημένη ερμηνεία του τον οδηγούν σε μία λύση την οποία κανείς δεν επιθυμεί να ακούσει.
Τότε η ευτολμία γίνεται κάτι πολύ περισσότερο από προσωπικό χαρακτηριστικό. Γίνεται αληθινή υπηρεσία προς τη Δικαιοσύνη.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι και το ακριβέστερο νόημά της.
Δικαιοδοτική ευτολμία είναι το θάρρος του δικαστή να παραμένει ελεύθερος απέναντι σε όλους, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του εαυτού του, ώστε να παραμένει αταλάντευτα πιστός μόνον στο δίκαιο.
Αριστείδης Αλεξ. Πελεκάνος, αρεοπαγίτης ε.τ.