Οκτ 29, 2026

Άρθρο του Αριστείδη Αλ. Πελεκάνου, αρεοπαγίτη ε.τ.

Η δικαιοσύνη δεν είναι θεσμός υπεράνω κριτικής. Αντίθετα, η δυνατότητα ελέγχου των αποφάσεών της αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του κράτους δικαίου, όπως και η υποχρέωση των δικαστικών λειτουργών να αιτιολογούν τις κρίσεις τους και να λογοδοτούν για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Το κρίσιμο δεν είναι αν επιτρέπεται η κριτική της δικαστικής λειτουργίας, αλλά από ποιον ασκείται, με ποιο περιεχόμενο, υπό ποιες περιστάσεις και με ποια όρια.

Το ζήτημα επανήλθε στην επικαιρότητα με το δημοσίευμα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη στην «Καθημερινή», με τίτλο «Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη», στις 22 Οκτωβρίου 2026. Ο συντάκτης επέκρινε δικαστικούς χειρισμούς σε ποινική υπόθεση έντεκα κατηγορουμένων, υποστηρίζοντας ότι η παραπομπή τους σε δίκη στηρίχθηκε σε ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο ίδιος είχε χειριστεί την υπόθεση στο αναιρετικό στάδιο και είχε προτείνει την αναίρεση του παραπεμπτικού βουλεύματος, πρόταση που δεν έγινε δεκτή από το αρμόδιο συμβούλιο του Αρείου Πάγου.

Καταρχάς, ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός δεν στερείται του δικαιώματος να εκφράζει επιστημονικές ή θεσμικές απόψεις για τη δικαιοσύνη. Η ιδιότητά του, μάλιστα, μπορεί να προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στις παρατηρήσεις του, όταν αυτές αποβλέπουν στη βελτίωση της απονομής της δικαιοσύνης, στην ανάδειξη θεσμικών αδυναμιών ή στην αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς. Η ελευθερία της έκφρασης, την οποία κατοχυρώνει και το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν ατονεί λόγω της δικαστικής ιδιότητας. Συνυπάρχει και συμβιβάζεται, ωστόσο, με τις ειδικότερες υποχρεώσεις αυτοσυγκράτησης, εχεμύθειας και θεσμικής ευθύνης που απορρέουν από αυτήν.

Άλλο πράγμα είναι η γενική κριτική μιας δικαστικής απόφασης και άλλο η δημόσια αμφισβήτηση της εντιμότητας των δικαστών που την εξέδωσαν. Η πρώτη μπορεί να συμβάλει στον επιστημονικό διάλογο και στη βελτίωση της νομολογίας. Η δεύτερη προϋποθέτει ιδιαίτερα σοβαρά, συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία, καθόσον διαφορετικά κινδυνεύει να μετατρέψει τη νομική διαφωνία σε προσωπική μομφή.

Η δυσχέρεια γίνεται μεγαλύτερη όταν εκείνος που ασκεί την κριτική είχε ο ίδιος υπηρεσιακή συμμετοχή στην επίμαχη υπόθεση. Η προηγούμενη συμμετοχή του δεν τού αφαιρεί αυτομάτως το δικαίωμα να διατυπώσει δημόσια μια άποψη. Μεταβάλλει, όμως, ουσιωδώς τις συνθήκες υπό τις οποίες η άποψη αυτή αξιολογείται. Ο λειτουργός δεν σχολιάζει πλέον μια υπόθεση ως εξωτερικός παρατηρητής, αλλά δικαστική κρίση που απέρριψε τη δική του εισαγγελική πρόταση. Εύλογα, συνεπώς, ανακύπτει το ερώτημα αν η δημόσια παρέμβασή του αποτελεί καλόπιστη υπεράσπιση της νομιμότητας ή αν, έστω και ακούσια, εμφανίζεται ως προσωπική αντιπαράθεση με εκείνους που δεν υιοθέτησαν τη θέση του.

Η διάκριση αυτή δεν επιλύεται με την επίκληση της ιδιότητας ή της πολυετούς υπηρεσίας του λειτουργού. Απαιτεί αντικειμενική εξέταση του περιεχομένου, της τεκμηρίωσης και του τρόπου της παρέμβασής του.

Μπορεί, εξάλλου, η κριτική να εισέρχεται στην ουσία μιας δικαστικής υπόθεσης; Ασφαλώς μπορεί. Η επιστημονική κριτική δεν περιορίζεται στην εξωτερική μορφή των αποφάσεων. Δικαιούται να εξετάζει την ερμηνεία του νόμου, την αξιολόγηση των αποδείξεων, την πληρότητα της αιτιολογίας και τη συμφωνία της δικαστικής κρίσης με τις δικονομικές εγγυήσεις. Διαφορετικά, θα κατέληγε σε έναν κενό σχολιασμό χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
Υπάρχει, όμως, ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην τεκμηριωμένη επιστημονική αμφισβήτηση και στην κατηγορηματική απόδοση ιδιοτελών κινήτρων. Η διαπίστωση ότι μια απόφαση είναι εσφαλμένη δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ότι είναι προϊόν διαφθοράς. Ούτε η απόρριψη μιας εισαγγελικής πρότασης αποδεικνύει από μόνη της την ορθότητα της αντίθετης κρίσης ή την ιδιοτέλεια όσων την εξέδωσαν. Για την απόδοση διαφθοράς απαιτούνται στοιχεία που υπερβαίνουν το στάδιο της απλής νομικής διαφωνίας.

Σε αυτό  το σημείο εντοπίζονται οι αναγκαίες δικλείδες διαφύλαξης τόσο του προσωπικού κύρους του δικαστικού λειτουργού όσο και του κύρους της Δικαιοσύνης. Η κριτική οφείλει να είναι συγκεκριμένη, τεκμηριωμένη, αναλογική προς τα διαθέσιμα στοιχεία και σαφώς διακριτή από την προσωπική αντιπαράθεση. Πρέπει να αποφεύγει τις γενικεύσεις, να αναγνωρίζει τη δυνατότητα διαφορετικής καλόπιστης δικαστικής εκτίμησης και να μην υποκαθιστά τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα. Όταν υπάρχουν ενδείξεις ποινικών ή πειθαρχικών παραβάσεων, ο θεσμικά ενδεδειγμένος δρόμος είναι η προσφυγή στις αρμόδιες διαδικασίες, με την επιφύλαξη της δυνατότητας για δημόσια ενημέρωση, όταν αυτή δικαιολογείται από το δημόσιο συμφέρον.

Οι αρχές αυτές δεν αποβλέπουν στη σιωπή των δικαστικών λειτουργών. Αποβλέπουν στην προστασία της αξιοπιστίας του λόγου τους. Διότι η βαρύτητα μιας καταγγελίας δεν εξαρτάται από την ένταση της διατύπωσής της, αλλά από την αποδεικτική της θεμελίωση.
Ο κριτικός έλεγχος και η εύορκη, νηφάλια και απροσωπόληπτη άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος δεν αποτελούν αντίθετες επιταγές. Συνυπάρχουν όταν η κριτική υπηρετεί την αναζήτηση της αλήθειας και όχι την επικράτηση μιας προσωπικής άποψης. Όταν επισημαίνει σφάλματα χωρίς να συγχέει την πλάνη με την ιδιοτέλεια και όταν ο σεβασμός της δικαστικής ανεξαρτησίας δεν μετατρέπεται σε ασυλία από τον έλεγχο.

Η δικαστική ανεξαρτησία δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη εξουσία, όπως και η ελευθερία της κριτικής δεν σημαίνει απεριόριστη δυνατότητα προσβολής της θεσμικής υπόστασης των δικαστών. Το κύρος της Δικαιοσύνης δεν διαφυλάσσεται με την απόκρυψη των αδυναμιών της, αλλά ούτε και με την ανεπιφύλακτη αποδοχή κάθε δημόσιας καταγγελίας. Διαφυλάσσεται με την αλήθεια, την αιτιολογία, την απόδειξη και τη θεσμική ευθύνη.
Ο πυρήνας του υπεύθυνου προβληματισμού βρίσκεται στην ισορροπία ανάμεσα σε δύο εξίσου ουσιώδεις αρχές. Η Δικαιοσύνη δεν πρέπει να προστατεύεται από την κριτική, αλλά ούτε και η κριτική να απαλλάσσεται από την υποχρέωση τεκμηρίωσης, νηφαλιότητας και θεσμικής ευθύνης.

Τελικά, η Δικαιοσύνη οφείλει να αντέχει την κριτική, αλλά και η κριτική, ιδίως όταν προέρχεται από εκείνους που υπηρετούν τη Δικαιοσύνη, οφείλει να αντέχει τον ίδιο αυστηρό έλεγχο τον οποίο αξιώνει από τους άλλους.

Αριστείδης Αλ. Πελεκάνος, αρεοπαγίτης ε.τ.