Το εν λόγω απόφθεγμα αποδίδεται, σύμφωνα με την επικρατέστερη φιλολογική άποψη, στον Μένανδρο (4ος–3ος αι. π.Χ.), κορυφαίο εκπρόσωπο της Νέας Αττικής Κωμωδίας και έναν από τους πιο γόνιμους φορείς γνωμικής σοφίας της αρχαιότητας. Αν και το ρητό δεν σώζεται ενταγμένο σε συγκεκριμένο δραματικό συμφραζόμενο, εντάσσεται στο ευρύτερο σώμα των γνωμικών αποφθεγμάτων που αποδίδονταν στον Μένανδρο και κυκλοφορούσαν ευρύτατα ήδη από την ελληνιστική εποχή, συχνά με παιδευτικό, ηθικό και κοινωνικοκριτικό χαρακτήρα.

Σε επίπεδο νοηματικής ανάλυσης, το απόφθεγμα εκφράζει μια έντονη κριτική στάση απέναντι στη σύγχρονη κοινωνία του ομιλητή. Η λέξη δίκαιον δεν παραπέμπει απλώς στη δικαιοσύνη ως θεσμικό ή νομικό σύστημα, αλλά στη βαθύτερη ηθική αρχή που διέπει την ανθρώπινη συνύπαρξη : την αίσθηση του μέτρου, της ισότητας, ευθύνης, της ανταπόδοσης και της αρετής. Το νύν γένος δηλώνει τη γενιά του παρόντος, τους ανθρώπους της εποχής, και φέρει συχνά στην αρχαία γραμματεία αρνητικό φορτίο, καθώς αντιδιαστέλλεται με ένα ιδεατό ή εξιδανικευμένο παρελθόν. Έτσι, το ρητό συνοψίζει την αίσθηση ηθικής παρακμής, την πεποίθηση ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι έχουν απομακρυνθεί από τις αξίες που θα έπρεπε να θεμελιώνουν την κοινωνική ζωή.

Ωστόσο, η σημασία του αποφθέγματος είναι βαθύτερη και πολυεπίπεδη.
Στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής σκέψης, η διαπίστωση της αδικίας στο παρόν δεν αποτελεί απλώς μια μοιρολατρική παρατήρηση, αλλά συχνά λειτουργεί ως αφετηρία ηθικού στοχασμού.
Ο Μένανδρος, παρότι κωμικός ποιητής, διακρίνεται για την οξυδερκή παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης και για τη ρεαλιστική, συχνά απαισιόδοξη, αλλά όχι κυνική, προσέγγισή της.
Το απόφθεγμα μπορεί να νοηθεί ως έκφραση της σύγκρουσης ανάμεσα στο ιδεώδες της δικαιοσύνης και στην πραγματικότητα της κοινωνικής ζωής, όπου κυριαρχούν το συμφέρον, η υποκρισία και η ανισότητα.

Παράλληλα, το ρητό έχει και αυτοκριτικό χαρακτήρα. Δεν καταγγέλλει απλώς μια αφηρημένη «εποχή», αλλά υποδηλώνει ότι η αδικία είναι αποτέλεσμα ανθρώπινων πράξεων. Η γενιά δεν είναι κάτι απρόσωπο. Συγκροτείται από άτομα. Επομένως, η έλλειψη δικαιοσύνης δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στους «καιρούς», αλλά στις αξίες, στις επιλογές και στις συμπεριφορές των ανθρώπων. Υπό αυτή την έννοια, το απόφθεγμα λειτουργεί ως σιωπηρή προτροπή προς ηθική εγρήγορση και προσωπική ευθύνη.

Η αξία του αποφθέγματος έγκειται κυρίως στη διαχρονικότητά του. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, κάθε εποχή τείνει να θεωρεί τον εαυτό της ηθικά κατώτερο από προηγούμενες, εκφράζοντας παρόμοια παράπονα για κοινωνική αδικία, διαφθορά, κρίση αξιών και αποδυνάμωση των θεσμών.
Το γεγονός ότι το «Ούκ έστιν δίκαιον εν τώ νύν γένει» ακούγεται εξίσου επίκαιρο στη σύγχρονη εποχή δείχνει ότι αγγίζει ένα διαχρονικό υπαρξιακό και κοινωνικό πρόβλημα : την αδυναμία των ανθρώπινων κοινωνιών να πραγματώσουν πλήρως το ιδεώδες της δικαιοσύνης.

Ταυτόχρονα, το απόφθεγμα έχει και παιδευτική αξία. Μέσα από την απλότητα και τη λιτότητά του, προσφέρει αφορμή για φιλοσοφικό και ηθικό στοχασμό, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Δεν προσφέρει λύσεις, αλλά θέτει ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό : είναι η αδικία αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κοινωνίας ή αποτέλεσμα της ηθικής μας αδράνειας ;

Συμπερασματικά, το «Ούκ έστιν δίκαιον εν τώ νύν γένει» δεν είναι απλώς μια απαισιόδοξη διαπίστωση ή μια έκφραση νοσταλγίας για ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Είναι ένα διαχρονικό σχόλιο πάνω στην ανθρώπινη φύση και την κοινωνική πραγματικότητα.
Ένας καθρέφτης που μάς καλεί να αναλογιστούμε τη θέση μας μέσα στον κόσμο και τη συμβολή μας – θετική ή αρνητική – στη δικαιοσύνη της εποχής μας. Και ακριβώς γι’ αυτό, το απόφθεγμα διατηρεί μέχρι σήμερα τη φιλοσοφική του βαρύτητα και την ηθική του δύναμη.

Αριστείδης Αλ. Πελεκάνος, αρεοπαγίτης ε.τ